Ελλάδα

ΙΟΒΕ: Αλλαγή άμεσα του ασφαλιστικού και μείωση εισφορών

Αδυναμίες του ισχύοντος συνταξιοδοτικού συστήματος αποτυπώνει έκθεση του ΙΟΒΕ για τη «Συνταξιοδοτική Μεταρρύθμιση και Ανάπτυξη»  και προτείνει αναμόρφωσή του προκειμένου να τονώσει τους μακροχρόνιους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Η προτεινόμενη μεταρρύθμιση περιλαμβάνει μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στην εργασία και δημιουργία ενός κεφαλαιοποιητικού πυλώνα αποταμίευσης για τη σύνταξη.

Η μελέτη ποσοτικοποιεί το δημοσιονομικό κόστος μετάβασης της πρότασης και εκτιμά τα οφέλη από την εφαρμογή της πρότασης για την οικονομική δραστηριότητα.

Η προτεινόμενη μείωση των εισφορών ενισχύει τα κίνητρα για απασχόληση αυξάνοντας τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας κατά περίπου 100 χιλιάδες άτομα.

Σε συνδυασμό με ενίσχυση των επενδύσεων του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα, το πραγματικό ετήσιο ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξάνεται έως και €7 δισεκ. κατά μέσο όρο για τα επόμενα 40 χρόνια.

Το ΙΟΒΕ υπογραμμίζει ότι η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη βιωσιμότητα ενός αμιγώς διανεμητικού συστήματος. Είναι ενδεικτικό ότι κάθε κάτοικος άνω των 65 ετών αντιστοιχούσε σε 10 παραγωγικής ηλικίας το 1960, αντιστοιχεί με τρεις σήμερα, ενώ θα αντιστοιχεί μόλις σε 1,5 το 2060. Έτσι, συνταξιούχοι κάτω των 65 ετών καλύπτουν σχεδόν το ¼ του συνολικού πλήθους και 29% της συνολικής δαπάνης στην Ελλάδα της κρίσης!

Ταυτόχρονα, το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα παραμένει το πλέον δαπανηρό σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, με τη συνταξιοδοτική δαπάνη να ανέρχεται στο 17,7% του ΑΕΠ χωρίς τις ανάλογε παροχές.

Η Ιρλανδία σημειώνει τη χαμηλότερη συνταξιοδοτική δαπάνη, που δεν ξεπερνά το 5,7%.

Οι εισφορές σύνταξης στο δημόσιο διανεμητικό πυλώνα παραμένουν πολύ υψηλές, ανερχόμενες στο 27%, ενώ πολύ υψηλό είναι και το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών, 3,9 φορές υψηλότερο από το μέσο εισόδημα (390%).

Αποτέλεσμα η οριακή επιβάρυνση από φόρους και εισφορές στην κλίμακα 40 με 80.000 ευρώ είναι εξαιρετικά  υψηλή.

Το ιδιαίτερα υψηλό κόστος εργασίας στο εύρος 40-80.000 ευρώ συνεισφέρει στη μετανάστευση εργαζομένων με υψηλές δεξιότητες (brain drain), ενώ η μικρή ανταποδοτικότητα ενθαρρύνει την εισφοροδιαφυγή.

Σήμερα το μέγεθος των κεφαλαιοποιητικών πυλώνων της ιδιωτικής και της επαγγελματικής ασφάλισης είναι πολύ μικρό (1% η επαγγελματική, 4% η ιδιωτική), με τις πληρωμές για συντάξιμες εισφορές να φτάνει το 95% για τη δημόσια ασφάλιση. Ως συνέπεια, η Ελλάδα είναι ουραγός σε επενδύσεις από κεφαλαιοποιητικές εισφορές με ποσοστό μόλις 0,8% του ΑΕΠ. Παράλληλα, τα υψηλά ελλείμματα του ασφαλιστικού απαιτούν πολύ υψηλές μεταβιβάσεις από τον προϋπολογισμό.

Με βάση τα στοιχεία η ανεργία έχει μειωθεί, από το 25% το 2011 στο 18% το 2018, αλλά παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, όταν ο μέσος όρος ανεργίας στην Ευρωζώνη δεν υπερβαίνει το 8%. Επίσης, το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας για πληθυσμό ηλικίας 15 – 64 ετών είναι ιδιαίτερα μικρό για τις γυναίκες (60%) και τους νέους έως 25 ετών (25%).

Σύμφωνα με το γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ, Νίκο Βέττα, η μελέτη αναδεικνύει αδυναμίες του ισχύοντος συνταξιοδοτικού συστήματος και προτείνει την αναμόρφωσή του, προκειμένου να τονώσει τους μακροχρόνιους ρυθμούς ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Ο κ. Βέττας σημείωσε ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση περιλαμβάνει τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στην εργασία και τη δημιουργία ενός κεφαλαιοποιητικού πυλώνα αποταμίευσης για τη σύνταξη, υποστηρίζοντας ότι ο διανεμητικός πυλώνας πρέπει να συμπληρωθεί από έναν κεφαλαιοποιητικό πυλώνα.

Όπως εξήγησε, αυτό που ισχύει σήμερα είναι οι υποχρεωτικές εισφορές 20% υπέρ της κύριας ασφάλισης και 7% υπέρ της επικουρικής ασφάλισης. «Αυτό που προτείνουμε είναι αυτό το κομμάτι να περιοριστεί στο 20% και να υπάρχει ο υποχρεωτικός κεφαλαιοποιητικός δεύτερος πυλώνας- ένα επιπλέον κομμάτι το οποίο κατά μέσο όρο είναι 3%. Με το νέο σύστημα, θα χορηγείται η κύρια σύνταξη, η παλιά επικουρική, όπως έχει κατοχυρωθεί, η νέα επικουρική, η οποία, όμως, θα έχει κεφαλαιοποιητικά χαρακτηριστικά και θα δημιουργείται χώρος και για ιδιωτικές αποφάσεις» συμπλήρωσε ο κ. Βέττας.

Μεταξύ άλλων, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ εκτίμησε ότι μία μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, θα ενισχύσει τα κίνητρα για απασχόληση και θα αυξήσει κατά περίπου 1,5% τη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό της χώρας, «το οποίο ουσιαστικά σημαίνει ότι επιπλέον 100.000 πολίτες θα εργάζονται». «Την ίδια ώρα», όπως είπε, «θα δημιουργηθούν αποθεματικά, τα οποία μπορούν να καλύψουν, ως έναν βαθμό, το επενδυτικό κενό». «Σε συνδυασμό με ενίσχυση των επενδύσεων του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα, το πραγματικό ετήσιο ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα αυξηθεί έως και 7 δισ. ευρώ κατά μέσο όρο για τα επόμενα 40 χρόνια» είπε ο κ. Βέττας.

«Το συνταξιοδοτικό είναι ένα θέμα που αφορά άμεσα όλους μας» δήλωσε, από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΑΕΕ Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου. «Τα τελευταία χρόνια και με το νόμο του 2016, έχουν γίνει σημαντικά βήματα νοικοκυρέματος, κυρίως, στον πρώτο πυλώνα. Ωστόσο, αυτά δεν αρκούν» σχολίασε ο κ. Σαρρηγεωργίου, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα είναι μείζον και διογκώνεται επικίνδυνα, «ειδικά λόγω του δημογραφικού, αλλά και λόγω της αρχιτεκτονικής του συνταξιοδοτικού συστήματος στη χώρα μας». «Πιστεύουμε ότι για ένα τόσο σοβαρό θέμα επιβάλλεται να γίνει δημόσια συζήτηση, η οποία να στηρίζεται σε μία άρτια τεχνική βάση» υποστήριξε ο πρόεδρος της ΕΑΕΕ.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) Θεόδωρος Φέσσας, δήλωσε ότι το ασφαλιστικό σύστημα, χωρίς κεφαλαιοποιητικό πυλώνα, δεν είναι βιώσιμο, ενώ τάχθηκε υπέρ και της ιδιωτικής ασφάλισης με φορολογικά κίνητρα. Επίσης, ο κ. Φέσσας είπε ότι ο ΣΕΒ, μαζί με τους υπόλοιπους κοινωνικούς εταίρους, έχουν αναθέσει σε ομάδα αναλογιστών τη μελέτη για ένα νέο επαγγελματικό ταμείο για όλους τους μισθωτούς.

Τέλος, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) Γιάννης Ρέτσος, χαρακτήρισε το ασφαλιστικό σύστημα ως αντιασφαλιστικό, αντιαναπτυξιακό και αντιοργανωτικό. Κατά την τοποθέτησή του, ο κ. Ρέτσος τόνισε ότι θεωρεί αναγκαία τη μετάβαση στο νέο σύστημα. Ωστόσο, υπογράμμισε πως οι όποιες αλλαγές θα πρέπει να είναι μελετημένες και να γίνουν σε βάθος τριών έως πέντε ετών.

Πηγή: thetoc.gr